Μια παραπάνω λόξα την έχω για τα πληκτρολόγια. Προσπαθώ πάντα να πάρω κάτι ποιοτικό (όσο μου επιτρέπει η τσέπη μου δηλαδή). Εργαλείο δουλειάς είναι. Θέλω να είναι όσο γίνεται καλύτερη και ευχάριστη η εμπειρία της πληκτρολόγησης.
Κάποτε είχα πάρει εκείνο το θρυλικό σπαστό πληκτρολόγιο της Microsoft. Πρέπει να είχα πάρει 2-3 τέτοια στην διάρκεια μερικών χρόνων και για διαφορετικά μηχανήματα.
Μετά ανακάλυψα τον κόσμο της Apple και πρέπει να είχα πάρει άλλα 2-3 διαφορετικά μοντέλα από Apple keyboards, με πρώτο αυτό στην φωτογραφία.
Στην συνέχεια έμπλεξα με τα μηχανικά πληκτρολόγια και ανέβηκα level (και δεν ξαναγυρνάω πίσω). Το τελευταίο μου ήταν ένα Roccat Ryos. Πάρα πολύ καλό, αλλά άρχισαν να αυτοκτονούν τα λαμπάκια του ένα-ένα, μετά από μερικά χρόνια.
Χωρίς λαμπάκια, δεν έβλεπα την τύφλα μου. Γκρι γράμματα σε μαύρα πλήκτρα, δύσκολο όταν δεν έχεις και την καλύτερη όραση. Οπότε είπα να πάρω νέο πληκτρολόγιο, να μην παιδεύομαι άλλο.
Κατέληξα τελικά στο Sharkoon Purewriter. Έχει RGB φωτισμό και Kailh Blue πλήκτρα. Πραγματικά, αυτά τα πλήκτρα ακούγονται σαν μουσική. Το κλικι κλικι τους είναι φανταστικό. Πολύ καλύτερα από τα Cherry MX που είχε το προηγούμενο. Ευχαριστιέσαι να γράφεις κώδικα.
Είναι πολύ πιο minimal από το προηγούμενο τέρας (Roccat) κι έχει χαμηλό προφίλ. Δεν χρειάζεται να έχεις κάποια βάση υποστήριξης μπροστά για να κάθονται τα χέρια σου. Είναι πολύ ξεκούραστο.
Δεν έχει έξτρα macro keys, αλλά από την προηγούμενη εμπειρία (που είχε έναν σκασμό σε τέτοια), δεν τα χρησιμοποιούσα ποτέ.
Ο φωτισμός έχει διάφορα profiles με αρκετά εφέ. Μπορείς να ανεβοκατεβάσεις την ένταση του, αλλά δυστυχώς δεν έχει κάποιο mode να σβήνει μόνο του μετά από λίγη ώρα, κάτι σαν screensaver. Πρέπει να θυμάσαι να το απενεργοποιήσεις μόνος σου. Μην καίνε τζάμπα τα λαμπάκια και φτάσουν να αυτοκτονούν και αυτά.
Αυτό που δεν ξέρω είναι αν θα είναι τελικά ανθεκτικό κι αν ο φωτισμός θα αντέξει περισσότερο αυτή την φορά. Θα τα ξαναπούμε σε 5 χρόνια 🙂
Για κλείσιμο, τι άλλο; Ένα βίντεο με το κλικι κλικι του… 🙂
Στο κανάλι This Dot Media έγινε προχθές ένα online meetup, με τον Evan You (δημιουργός του Vue) και τον Thorsten Lünborg (μέλος της ομάδας του Vue).
Θέμα του meetup, ήταν το “State of Vue“. Μπορείτε να το παρακολουθήσετε στο παρακάτω video.
Ολοκληρώθηκε χθες η μετάβαση μου σε Manjaro (από Ubuntu), σε όλα μου τα μηχανήματα. Είχε μείνει τελευταίο το desktop PC.
Χρησιμοποιώντας πάλι Gnome στο περιβάλλον, δεν αλλάζει ουσιαστικά τίποτα. Απλά κρατάω το ίδιο home directory (αν το έχεις και σε ξεχωριστό partition, είσαι άρχοντας) και όλα τα settings συστήματος και εφαρμογών, παραμένουν ολόιδια. Σαν να μην έχεις αλλάξει λειτουργικό.
Αυτό που αλλάζει κυρίως είναι το πως εγκαθιστάς εφαρμογές. Το Manjaro χρησιμοποιεί το Pacman για package manager. Σε αντίθεση με το APT που χρησιμοποιούν οι Debian διανομές. Με το Pacman εγκαθιστάς εφαρμογές που βρίσκονται επίσημα στο repository του Manjaro.
Ως εδώ όλα σχεδόν είναι αναμενόμενα. Αυτό που αλλάζει όμως είναι ότι έχεις και το Pamac, με το οποίο μπορείς να εγκαταστήσεις εφαρμογές από το Arch User Repository (AUR). To repository αυτό είναι ανεπίσημο και συντηρείται από την κοινότητα των χρηστών του Arch Linux (το Manjaro βασίζεται στο Arch).
Μπορείς να εγκαταστήσεις πολύ εύκολα εφαρμογές που δεν υπάρχουν σε κάποιο επίσημο repository. Πρέπει όμως να χρησιμοποιείται με προσοχή, αφού οι εφαρμογές σε αυτό μπορεί να μην είναι σταθερές, να υπάρχουν θέματα ασφάλειας, να έχουν πολύ καιρό να ενημερωθούν κτλ. Παρόμοια προβλήματα έχεις όμως και στο Ubuntu όταν χρησιμοποιείς PPA, όπου όμως μπορείς πολύ εύκολα να χάσεις την μπάλα, σε σχέση με το σχετικά οργανωμένο AUR.
Φυσικά μπορείς να εγκαταστήσεις και snap ή flatpak εφαρμογές.
Ένα άλλο πολύ σημαντικό χαρακτηριστικό του Manjaro, είναι οι συνεχείς αναβαθμίσεις. Συγκεκριμένα υπάρχουν 3 branches στο repository του. To Stable, όπου οι εφαρμογές ενημερώνονται 2 βδομάδες περίπου από την κυκλοφορία τους. Το Testing, όπου ενημερώνονται περίπου σε μια βδομάδα. Και το Unstable, όπου ενημερώνονται μέσα σε 3 μέρες. By default χρησιμοποιείς το Stable. Φυσικά οι βιαστικοί λάτρεις του κινδύνου, μπορούν χρησιμοποιούν τα unstable branches.
Τι πρακτικά σημαίνει όμως όλο αυτό? Ότι σε 2 βδομάδες περίπου θα παίρνεις την αναβάθμιση της οποιαδήποτε εφαρμογής. Από απλές εφαρμογές, μέχρι το περιβάλλον (π.χ. Gnome) και τον Kernel. Δεν χρειάζεται να περιμένεις μήνες και χρόνια για να πάρεις την νέα έκδοση του Gnome, όπως κάνεις στο Ubuntu για παράδειγμα.
Φυσικά υπάρχει ρίσκο σε όλο αυτό, αλλά μέχρι τώρα δεν έχω πετύχει κάποιο σημαντικό πρόβλημα. Το μόνο που πέτυχα ήταν να μην παίζει κάποιο extension του Gnome, με την καινούργια έκδοση του.
Το άλλο θετικό με το Manjaro, είναι ότι έχω την αίσθηση ότι “κάθεται” πολύ καλύτερα στα μηχανήματα μου. Ειδικά στο desktop το βρήκα να είναι αρκετά πιο smooth.
Τελικά, έχω αλλαξοπιστήσει και συνεχίζω με Manjaro από εδώ και πέρα. Μέχρι το επόμενο λειτουργικό που θα μου κάνει κλικ 🙂